Η αθλήτριά μας Σπυριδωνίδου Νεφέλη 1η θέση σε πανελλήνιο διαγωνισμό λογοτεχνίας
Ο αθλητισμός είναι άρτια συνδεδεμένος με τον πολιτισμό, γι' αυτό και ο σύλλογός εκτός από τον αθλητικό έχει και πολιτιστικό χαρακτήρα. Έτσι, θα θέλαμε να ανακοινώσουμε μια διάκριση της αθλήτριάς μας Σπυριδωνίδου Νεφέλης στο πανελλήνιο διαγωνισμό λογοτεχνίας, με ένα όπως το χαρακτηρίζει ''αλλιώτικο παραμύθι''. Πολλά συγχαρητήρια στην μικρή μας Νεφέλη (μόλις 12 χρόνων και αυτό το επισημαίνουμε γιατί θα μείνετε έκπληκτοι με το κείμενο) και τις ευχόμαστε ακόμα μεγαλύτερες διακρίσεις στον πολιτισμό αλλά και στον αθλητισμό.
Το παραμύθι της ΕΔΩ...
Ένα αλλιώτικο παραμύθι
Με λένε Αζίζ και είμαι 11 ετών. Κάθε βράδυ, όσο κρατάει τούτο το μακρινό ταξίδι, κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να αφουγκραστώ τις μνήμες μου. Είναι ένα κόλπο για να διώχνω το πέπλο της μοναξιάς και του φόβου που απειλεί να με τυλίξει σαν νυχτώνει. Οι μνήμες αυτές είναι ότι μου απόμεινε από την πατρίδα και την οικογένειά μου που έμεινε ορφανή.
Θυμάμαι τον κρότο που έκαναν εκείνες οι τρομακτικές βόμβες σαν έπεφταν πάνω από το χωριό μου. Τα κλάματα, τις τσιρίδες, την απελπισία στα μάτια των γονιών μου. Η απόφαση να φύγουμε πάρθηκε μια τέτοια στιγμή. Θυμάμαι τον πανικό. Τι να πρωτοπάρεις μαζί σου… θέλει σκέψη, όμως δεν υπήρχε χρόνος… έπρεπε να βιαστούμε. Ήρθαν νύχτα και μας πήραν. Εμένα, τον Αζέμ, τη μικρούλα Άντα που κοιμόταν στην αγκαλιά της μαμάς και τον μπαμπά. Περπατούσαμε όλο το βράδυ χωρίς να βλέπουμε που πατάμε. Νηστικοί, άυπνοι, κουρασμένοι μα πάνω απ’ όλα τρομαγμένοι. Όταν ξημέρωσε μας φορτώσανε σε ένα φορτηγό ανάμεσα σε κάτι σκελετωμένες κατσίκες που βρωμοκοπούσαν αφόρητα. Ήταν αργά το βράδυ όταν αποκαμωμένος άνοιξα τα μάτια και αντίκρισα τη θάλασσα. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα και δε μου φάνηκε όμορφη και παιχνιδιάρα όπως στα παραμύθια που μου έλεγε τα βράδια η μαμά μου. Ίσα ίσα που με φόβισε κιόλας. Έτσι μαύρη και σκοτεινή, έτοιμη να μας καταπιεί όλους.
Περιμέναμε ώρες μέσα στο αγιάζι μέχρι να έρθει το πλοίο που θα μας μετέφερε μακριά από ότι γνωρίζαμε και αγαπούσαμε μέχρι τώρα. Όταν φάνηκε το χάραμα, θυμάμαι τη μαμά να λέει στον μπαμπά ότι δεν ήθελε να βάλει την οικογένειά της μέσα σ’ αυτή την ετοιμόρροπη βάρκα. Δεν είχαμε όμως άλλη επιλογή. Στριμωχτήκαμε φοβισμένοι, ψάχνοντας όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά, να βρούμε μια στάλα κουράγιο να αποχαιρετήσουμε τα γνώριμα και να κάνουμε χώρο στις καρδιές μας για τα καινούργια.
Δε θυμάμαι τι ακριβώς έγινε. Τη μια στιγμή κοιμόμουν κουκουλωμένος στα πόδια της μαμάς μαζί με τον Αζέμ και την άλλη βρέθηκα να παλεύω να πάρω ανάσα μέσα στα παγωμένα και κατάμαυρα νερά. Ο απόλυτος τρόμος. Τους φώναζα όλους με τη σειρά: Αζέμ, Άντα, μαμά, μπαμπά… μα χωρίς απόκριση. Η τελευταία σκέψη που θυμάμαι πως έκανα είναι ότι οι ελπίδες μας για μια καλύτερη ζωή βούλιαξαν μαζί μ’ αυτή τη βάρκα.
Το πώς βρέθηκα σ’ αυτό το πλοίο, δεν το θυμάμαι. Ξέρω όμως ότι με πηγαίνει με ασφάλεια τώρα σε μια νέα πατρίδα όπου εκεί με περιμένει σώα η μαμά μου. Μόνο. Οι υπόλοιποι δεν τα κατάφεραν. Ήταν πολύ κρύα και άγρια η θάλασσα για τα μικρούλια μου αδερφάκια και τον μπαμπά μου. Μείναμε μόνο δύο. Η μητέρα μου και εγώ. Σε λίγο θα πέσω στην αγκαλιά της για να μη ξαναβγώ ποτέ.
Ανοίγει η μπουκαπόρτα. Του πλοίου και της ψυχής μου. Σπαρταρούν τα μάτια μου και λάμπουν , σαν ευτυχισμένες πυγολαμπίδες που κυνηγούσα στο χωριό μου τα πρώτα βράδια του Ιούνη που άρχιζε να γλυκαίνει ο καιρός. Σαρώνουν το πλήθος που περιμένει στο λιμάνι, το ξεψαχνίζουν. Ότι απέμεινε από το ρημαγμένο μου εαυτό των έντεκα χρόνων, το νιώθω για πρώτη φορά, ύστερα από ατελείωτες μέρες, να σαλεύει πάλι διστακτικά.
Ένας θεός ξέρει μόνο πως κρατήθηκα και δε βούτηξα στη θάλασσα απ’ τη λαχτάρα να βρεθώ μια ώρα γρηγορότερα κοντά της. Κοντά στο μόνο άνθρωπο που μου απόμεινε, τη μονάκριβή μου μαμά.
Παλεύω να την ξεχωρίσω μέσα στο αλλοπρόσαλλο πλήθος. Μια πολύχρωμη ανθρωποθάλασσα ξεχύνεται με ορμή και τρέχει ασυγκράτητη στην προκυμαία. Θέλω να τρέξω κι εγώ. Δεν μπορώ να τη δω, όμως το νιώθω ότι τρέχω κοντά της. Θέλω να τρέξω γιατί ξέρω πως είναι εκεί να με περιμένει. Όπως πάντα. Κοιτώ. Δεν μπορώ να την αναγνωρίσω μέσα στο πλήθος, νιώθω σαν να πέρασαν χρόνια.
Νομίζω πως βλέπω ν’ ανεμίζει η πολύχρωμη μαντίλα της μπροστά στα μουσκεμένα μάτια μου. Μάλλον αυτή θα είναι σκέφτομαι, καθώς βλέπω μια φιγούρα στο βάθος τόσο οικεία. Ανοίγω το βήμα μου όσο με κρατούν τα πόδια μου, που ξέμαθαν καιρό τώρα να περπατούν. Απλώνει τα χέρια της στο μέρος μου, φτερούγες ανοιχτές να με κλείσουν και να με προστατέψουν για άλλη μια φορά. Κρύβομαι μέσα τους σα κυνηγημένος. Μου χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά και μου ψιθυρίζει: << Μη στεναχωριέσαι Αζίζ. Θα τα καταφέρουμε. Μας περιμένει μια ζωή με καινούργια, όμορφα παραμύθια κάθε βράδυ».


